ΒΑΣΙΚΑ………………..

Βασικά μ΄ακούς,
ίσως αύριο ν΄απέχεις
μα σήμερα με έχεις.

Βασικά ρωτάς,
ίσως αύριο να λείπω
απ΄το δικό σου χτύπο.

Βασικά τολμάς,
ίσως αύριο είν΄αργά
γιαυτό πήγαινε γοργά.

Φεύγω προς δυσμάς,
θάμαι στο δικό μου κήπο
μα δε θα σ΄εγκαταλείπω.!!!


ΗΣΟΥΝΑ ΠΑΝΤΟΥ

Έφυγες από κοντά μου
και δεν είχα  μια μιλιά,
με τα βότσαλα της άμμου
μούπλεξες θηλιά.

Ατελείωτος ο χρόνος
κ΄οι μέρες μυριοστές
που μου λείπεις επιμόνως,
σκέψεις βασανιστικές.

Ήταν δίπλα μου ο πόνος,
σαν σιωπή του ορατού,
νόμιζα πως ήμουν μόνος,
όμως ήσουνα παντού.!!






ΑΣΕ ΜΕ ΝΑ ΓΙΝΩ ΤΑ ΠΆΝΤΑ

Κάπνισέ με…
να  είμαι το τσιγάρο σου,
ανάμεσα στα χείλη σου να στριφογυρνώ,
με φως από το φάρο σου,
να βλέπω την πορεία μου τούτο το δειλινό.

Ρούφηξέ με…
τη στάχτη του καπνού σου,
κάτω να την πετάξεις, δεν είναι υγιεινή,
στο κέντρο τ΄ουρανού σου
θέλω να μ΄ανεβάσεις σαν πούλια αληθινή.

Στην κιθάρα σου, να είμαι η χορδή κι εσύ να με τεντώνεις,
του ήχου μου οι νότες, σα φωτοδότες  σε ταξίδια μακρινά,
εκεί που κατορθώνεις να μ΄οδηγείς και να μ΄ απογειώνεις,
παίξε με τα τάστα μου, βγάλε μου τις νότες, χτύπ΄ αντικρινά.

Άγγιξέ με…
θέλω να είμαι η ζάρα
στο μέτωπό σου…  όταν χαμογελάς,
ψίθυρος στ΄αυτί σου,
μ΄αρέσει να σου γίνομαι μόνιμος μπελάς.


Κάλυψέ με…
γίνε εσύ σεντόνι μου
για να χαθούν οι γύμνιες της καρδιάς
να είσαι το πλατώνι μου
με άλμα στα εμπόδια της κάθε λαγκαδιάς.

Στο βιβλίο σου να ήμουν η σελίδα που διαβάζεις πιο πολύ
κι εσύ κάθε φορά που με διαβάζεις να με τσαλακώνεις,
για να επιστρέφεις και να σου τραγουδώ μ΄ένα καλό βιολί
ν΄ανάβουνε τα αίματα… με χαϊδέματα… και να με ξεσηκώνεις.!!










ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΗ ΦΩΤΙΑ


Της αγάπης τη φωτιά, σου την άναψα λιγάκι
κι ήταν τόση δα  φωτούλα, όση βγάζ΄ ένα κεράκι,
μ΄αυτή τη μικρή φωτίτσα περπατάγαμε τις νύχτες
για να βλέπουμε την ώρα της καρδιάς τους λεπτοδείχτες.

Ανεβήκαμ΄ ανηφόρες  δυσκολίες και βουνά
και αντί να κουραστείς τη φωτιά δυνάμωνες
κ΄έκανες  τα όνειρα φωτεινά κι αληθινά
κι όσο πέρναγ΄ ο καιρός τόσο εσύ με θάμπωνες.

Κ΄η φωτιά μεγάλωσε τις καρδιές μας ζέσταινε
κι αυτές μεσ΄ στη χαρά μια την άλλη έπινε,
τη δροσιά σου έψαχνα τη δίψα σου φορούσα
κι όσο κύλαγαν τα χρόνια πιο πολύ σε λαχταρούσα.

Κάθε μέρα που περνούσε ήτανε μοναδική,
ήταν σαν την πρώτη μέρα που σε πρωτογνώρισα,
κάθε ώρα και στιγμή ζωντανή – μελωδική,
μέσα στο δικό μου κόσμo μόν΄ εσέ ξεχώρισα.

Κι όταν πια είχε φουντώσει κι έκαιγε τα σωθικά μου
η φωτιά πούχα ανάψει με αγάπη και φροντίδα,
έκαψε τα όνειρά μου έκαψε και την καρδιά μου,
κι έγινε στάχτη, σκοτεινιά – δεν έμειν΄ ηλιαχτίδα.!!






ΖΩΗ ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΠΕΡΑΣΕ

Με γενέτειρα μια φλέβα μεσ΄από της γης τη μήτρα
που στο δρόμο το μακρύ της το νερό θέλει να δώσει
να ποτίσει τη θωριά της – πράσινα δεντρά και φύτρα
της ζωής το πανηγύρι  στο ντουνιά θέλει ν΄απλώσει.

Είν΄αυτή η φαμελιά της – έντομα μα και πουλάκια
και σπαρτά και στάχυα τόσα  που την φύση διαφεντεύουν
ψάρια, ερπετά κι ανθάκια - άνθρωποι μα και ζωάκια
όλ΄ η πλάση ξεδιψάει τις σταγόνες της συλλέγουν.

Για να μπορέσουν, σα διψάν, να πιούν και ν΄αυγατέψουν
και να σκορπούν απλόχερα της αφθονίας δώρα
και με του κόσμου τα καλά τη φύση να φιλέψουν,
καμάρι θάχουν τη ζωή – δεν θα φοβούνται μπόρα.


Κατείχε βλέπεις μέσα της τη γνώση και το θαύμα,
το δρόμο για να βγει στο φως τον ήξερε επίσης
δεν ήταν δύσκολο γι΄αυτήν μα εύκολο πράγμα,
λες κ΄είχε όργανα σοφά, σαν νάχε και αισθήσεις.

Ξεκίνησε λοιπόν νωρίς για το μακρύ ταξίδι
προτού οι λάμψεις της αυγής τον κόσμο να ροδίσουν,
κρυβότανε στις σκιερές τις φύτρες στο γρασίδι
ώστ΄ απαλά τα μάτια της το φως να συνηθίσουν.

Πού πας? Ακούστηκε με μιας μια δυνατή φωνάρα,
δίχως προφύλαξη καμιά θα βγεις για το σεργιάνι?
Ευθύς θα σε αρπάξουνε θεριά με μια λαχτάρα
κοτρόνια  και κατηφοριές, κάθε λογής ζητιάνοι.

Ούτ΄από ΄κεί μη προχωράς ψέλλισε κάποιος άλλος,
γιατί θα εξαφανιστείς από το φως του ήλιου,
είναι ρουφήχτρες και γκρεμνοί και κίνδυνος μεγάλος,
μη πέσεις χάμω στα βαθιά τα μέρη του ανήλιου.

Κι άλλοι πολλοί φιλέσπλαχνοι κ΄ειδήμονες προσήλθαν,
άλλος την τράβαγε από ΄δώ κι άλλος από την άλλη
για το δικό της το καλό πλάι κι αυτοί διήλθαν
και με τα λόγια τα πολλά της πήραν το κεφάλι.

Ένας της είπε ότ΄ έπρεπε για το καλό του κόσμου
να πάει και να τροφοδοτεί πλυντήρια αυτοκινήτων.
Την αστραπή και τη ζωή και τη δροσιά σου δώσμου
της είπε άλλη μια φωνή από των αποβλήτων.

Κι άλλος της είπε ότι έπρεπε νερό να πάει στον Άρη
για να μπορέσει τη ζωή κι εκεί να μεταφέρει
να μουσκευτεί το χώμα του μήπως και βγει βλαστάρι,
με όλα τούτα τελικά ποιος θα την καταφέρει?

Γερνούσε η φλέβα της ζωής προτού ζωή να ζήσει
γιατί είχανε συμφέροντα κι όλοι την ετραβούσαν
κι οι ώρες της λιγόστευαν πριν καν ο ήλιος δύσει
μα εκείνοι που την πρόσμεναν δίψαγαν και βογκούσαν.

Καθένας κάτι αλλιώτικο είχε να της προσφέρει
γιατ΄είχε άλλα συμφέροντα κι άλλες ήταν οι μίζες
μα όλοι μαζί τσακώνονταν ποιος θα την καταφέρει,
στ΄αλήθεια ποιος λογιάζεται ξεδίψασμα σε βρύσες.

Κ΄ύστερα μαζευτήκανε κι άλλοι πολλοί μνηστήρες
που δείχνανε πως ξέρανε, πως έχουν μελετήσει,
μα της εφάνει ότ΄ όλοι τους οι επίδοξοι σωτήρες
απ΄ το αυτό κολλέγιο είχαν αποφοιτήσει.

Με μιας λοιπόν τινάχτηκε και βγήκε από τη λήθη
και σε μια τρύπα εχάθηκε μέσα βαθειά στο χώμα
τους άρχοντες και τους σοφούς όλους τους εφοβήθη
και χάθηκε και κρύφτηκε μεσ΄στο δικό της σώμα.

Δεν καρποφόρησε η γη, τέλειωσε η σοδιά
αν και τα άνθη, τα φυτά, όλα τα συμπονάει
πάρα πολύ διψάσανε λουλούδια και παιδιά
ζωή ήταν και πέρασε και πίσω δε γυρνάει.!!






ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΗ?

Συνεχώς τον σκέφτεσαι
μα αν τύχει και τον δεις σου κόβονται τα πόδια.
Αποφεύγεις φαγητό
μα για να τον συναντήσεις υπερβαίνεις τα εμπόδια.

Στον ύπνο σου τον βλέπεις,
μακριά του δεν μπορείς και ποτέ δεν ησυχάζεις
τη ζωή την ανατρέπεις
τρως από το πιάτο του και τη σκέψη του διαβάζεις.

Σε ταΐζει σαν μωρό
κι εσύ γράφεις ποιήματα εκφράζοντας αισθήματα,
αρχίζεις το χορό
χορεύοντας με την ψυχή κι ας μη γνωρίζεις βήματα.

Αισθάνεσαι ότι πετάς
μαζί του όταν βρίσκεσαι κι ακούς να σου μιλάει,
με λόγια του μεθάς
πετάς μέχρι τα σύννεφα όταν χαμογελάει.

Έχεις τη διάθεση
προτείνοντάς του λύσεις στα προβλήματά του,
έχεις και την άνεση
να φαίνεσαι ειλικρινής και στα αισθήματά του.

Συνέχεια φαντάζεσαι
τι κάνει και που βρίσκεται την κάθε μια στιγμή,
μονάχη σου παθιάζεσαι
ξεπέρασες εμπόδια, τελειώσαν οι φραγμοί.

Μαζί σε  ένα σώμα
με ίδια την ψυχή αισθάνεσαι πως είσαι,
μαζί του σ΄ ένα  δώμα
να είσαι και να βρίσκεσαι και με αυτό αρκείσαι.!!







ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΕΣΕΝΑ ΜΟΝΟ


Σκέφτομαι εσένα μόνο !!!
Μια καρδιά μονάχη  που έχει τόσο πόνο
δεν μπορεί να αντέξει.

Μα πού με πάει η σκέψη μου, μπορείς να την λαγιάσεις?
Πώς θα μπορέσω να σε βρω?
σε πια γωνίτσα να σταθώ?
μήπως και την περάσεις.

Πάρε το αίμα μου και δως μου το δικό σου
για να σε νοιώσω θέλω και να σε αισθανθώ
να με αγγίξω και να πιάσω το σφυγμό σου,
σ΄αυτή την παγωνιά εγώ να θερμανθώ,
εσύ κι εγώ.

Πέσμου πως γίνεται εσύ για να γλυτώσεις?
Πέσμου πως γίνεται εγώ για να σωθώ?
Θάπρεπε ίσως κάποτε εσύ να με σκοτώσεις
ή θάταν πρέπον σήμερα μόνος να σκοτωθώ,
τώρα εδώ.

Νοιώθω της αγάπης σου θερμή την παρουσία
μα μόνος μου μετρώ κι αυτή τη μοναξιά
άλλη μια μέρα πέρασε, άλλη μια απουσία
κι έρχετ΄η νύχτα η βαριά με  μια στεναξιά
και μια κραξιά.

Τέτοια ώρα σ΄έχω ανάγκη, τέτοια ώρα σε ζητώ,
της καρδιάς σου το λιμάνι για ν΄αράξω το γυρεύω
κι όταν πια θα έχω φτάσει κι όταν πια εκεί  βρεθώ
θα αρχίσω να πετάω, θα αρχίσω να χορεύω,
θα σε παιδεύω.

Όμως άλλα γράφ΄η μοίρα κι άλλα λέει το ριζιμιό,
μ΄αγκαλιά τη μοναξιά μου στο ποτάμι σου θα πέσω,
το κορμί μου να παλεύω και να θέλω να σωθώ
μα η μοίρα θέλει ίσως πιότερο για να πονέσω
μαζί κι οι δυό.!!!


<!--COPYRIGHTSWORLD.COM VERIFICATION BADGE START-->
<div align="center"><a href="http://www.copyrightsworld.com/cw/ip/badge/check/?i=4399&c=569&f=cwipf298483536968231" target="_blank"><img src="http://www.copyrightsworld.com/images/cw_badge_h.gif" border="0" alt="COPYRIGHTSWORLD.COM VERIFICATION BADGE - CLICK TO VERIFY!"></a></div>
<!--COPYRIGHTSWORLD.COM VERIFICATION BADGE END-->









Α Ν Η Κ Ω   Α Λ Λ Ο Υ


Όσο ΄σύ με κυνηγάς
κι εγώ σε αποφεύγω,
πεπονόφλουδες τρυγάς
κι αλλού ΄γώ καταφεύγω.


Κι όσο ΄σύ μ΄ επιμονή
πολεμάς και ρίχνεις βέλη,
στη δική σου εμμονή
εγώ κάνω το κουνέλι.


Ανήκω αλλού
ανήκω αλλού
τελειώσαμε σου λέω προ πολλού.


Μη χτυπάς άλλο την πόρτα,
δεν σ΄ ακούει τώρα κανείς,
έχουν κόψει και τα φώτα
και λουριά της μηχανής.


Δεν υπάρχ΄ επιστροφή
σ΄ άλλους τόπους, σ΄ άλλα μέρη
έχω πάρει τη στροφή
κι άλλο δεν μ΄ ενδιαφέρει.


Ανήκω αλλού
ανήκω αλλού
τελειώσαμε σου λέω προ πολλού.!!



Απαράδεχτη


Πλέον δε με νοιάζει







Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΚΥΚΝΟΥ



Στον κόσμο τούτο τον ντουνιά, σ΄όλα της γης τα μέρη
μυστήριο είν΄ο θάνατος κι όλους ενδιαφέρει
να δουν λοιπόν τι γίνεται, εκεί στον άλλο κόσμο,
αν οι ψυχές καλά περνούν ή είναι σε ψευτόκοσμο
ή μήπως πάλι τίποτα δεν βρίσκεται πιο πέρα
από τον κόσμο μας αυτό και τούτη δω τη σφαίρα.



Το θάνατο φοβότανε μα τώρα πια ταξίδεψε
αφού αυτός την άρπαξε και πλέον την παγίδεψε
κι έτσι λοιπόν το σώμα της με το δικό της πόνο
έγιναν πλέον παρελθόν μέσα στο χωροχρόνο,
κι αυτή, ψυχούλα τρυφερή, πούχε χαρά και νάζι
ο θάνατος την έκλεψε, την καίει το μαράζι.



Σ΄ένα ταξίδι αστραπή αφού ύλη δεν έχει,
ένα ταξίδι πλέον πια άλλος θα το ελέγχει,
σ΄αυτό του κύκνου η ψυχή βρέθηκε να πετάει
μακριά από τον κόσμο μας, μήτε σε γη πατάει,
μήτε την πριγκηπέσα της μπορεί να δει εκεί πλέον,
μήτε τους φίλους και γνωστούς, τους συγγενείς που κλαίουν.



Η μικρή του η ψυχούλα όνειρο είχε γίνει
κι εκεί ψηλά που βρέθηκε την πριγκηπέσα σκέφτηκε
κι όταν κοντοσταμάτησε και κοίταξε εκείνη,
την είδ΄εκεί γονατιστή, κι αυτή που ερωτεύτηκε,
το μαύρο δάκρυ έχυνε κάτω στο άγριο χώμα
κι έμειν΄εκεί να την κοιτά απ΄το πρωί ως το γιόμα.



Η θλιμμένη πριγκηπούλα με το δικό της λίκνο
γονάτισε με σεβασμό πλάι στο νεκρό τον κύκνο
τον άσπρο κύκνο πούκανε τα πιο πολλά ταξίδια
κι ήταν πιστός της άγγελος όπως στα παραμύθια,
ήταν αυτός που πέταγε μακριά σε άλλους τόπους,
ήταν αυτός που γνώρισε αυτή άλλους ανθρώπους.



Ο άσπρος κύκνος τώρα πια κείτεται λαβωμένος
στα πόδια της πριγκίπησας και είναι παγωμένος,
εκεί πια κείτεται νεκρός με ένα κοκκινάδι,
είν΄μια σταγόνα αίματος στο κόκκινο λιβάδι,
μια σταγόνα αίματος μέσα απ΄την πληγή του
αυτή που εξαφάνισε την ίδια τη ζωή του.



Στο κατακόκκινο λιβάδι με των λογιών τα άνθη
την πριγκιπέσσα αντάμωσε σπουργίτι κι επικράνθη
κι αφού την είδε κι έκλαιγε τον κύκνο της θρηνούσε
πήγε κοντά και ρώτησε, τον κύκνο νοσταλγούσε,
γιατί τον έχασε νωρίς και η ψυχή του τώρα
σε τόπους ξένους πέταξε κι είναι σε άλλη χώρα.



Κι αυτή απαρηγόρητη κλαίει με μαύρο δάκρυ
τον κύκνο της θέλει ξανά νάρθει από τη μάκρη,
χωρίς αυτόν δεν είναι πια σε θέση για να ζήσει
αφού δεν θα μπορέσ΄ αυτόν ξανά να αντικρύσει.
Εκεί μέσα στο δάκρυ της μια σκέψη μόνο κάνει
τον κύκνο της να δει ξανά και τότε ας πεθάνει.



Το σπουργιτάκι πλέον πια με δάκρυα στα μάτια
είπε πως θα ταξίδευε σ΄όλη την επικράτεια,
τον κύκνο της να πάει να βρει, ψυχή να ανταμώσει
για να μπορέσει ύστερα την κοπελιά να σώσει
κι ένα ταξίδι άρχισε γεμάτο με ελπίδες
μήπως και καταφέρει τι σε άγνωστες πατρίδες.



Εκείνο  το λιβάδι πια κόκκινο έχει γίνει
από τις παπαρούνες του που κούναγαν τα φύλλα
αλλ΄ κι απ΄το αίμα που ΄τρεξε και από την οδύνη,
σ΄όλο τον κάμπο σκόρπισε σκέτη ανατριχίλα,
ήταν μεγάλ΄ απώλεια το ξέπνοο του κύκνου
απ΄ αγκαλιά πριγκίπισσας στην αγκαλιά του ύπνου.



Ο σπουργιτής  ξεκίνησε μακριά σε άλλους τόπους
ψάχνοντας κύκνο ολόλευκο κι ύστερα από κόπους
γλάρο λευκό συνάντησε κι αυτός τον ερωτάει,
«που πας σπουργίτι μοναχό? γιατ΄ είσαι λυπημένο»?
«ψάχνω του κύκνου του λευκού ψυχή του που πετάει,
πίσω να πάω στον κύκνο εκεί που κείται πεθαμένο».



«Ανέβα πάνω μου γερά, κρατήσου απ΄ τα φτερά μου»
είπε ο γλάρος ο λευκός στο σπουργιτή το νάνο,
«γιατ΄είσαι αδύναμο εσύ, έλα στα λυγερά μου,
μαζί να πάμ΄ να ψάξουμε τον κόσμο εκεί πάνω,
για να τη βρούμε την ψυχή που θέλ΄ η πριγκηπέσα,
χαρά για να χαρίσουμε και στη μικρή κοντέσα».



Γαντζώθηκε ο σπουργιτής πάν΄ στα φτερά του γλάρου
κι αμέσως ξεκινήσανε για μακρινό ταξίδι,
να πάν΄ υπολογίζανε στα μέρη εκεί του χάρου
στη λίμνη αυτή που πάντοτε θάνατο αναδίδει.
Όμως ταξίδι μακρινό ήταν αυτό που πάνε
αλλ΄ με τη δύναμη ψυχής τον κόπο τους νικάνε.



Περνώντας από θάλασσα κόκκινη σα στρωσίδι,
εκεί που το γλυκό νερό  βαριά οσμή αναδίδει,
το σπουργιτάκι ρώτησε «τι είν΄ αυτό που βλέπω»?
«Εδώ» του είπε ο γλάρος του, «τον κόσμο ξαναβλέπω».
«Ψάξε κι εσύ λοιπόν να βρεις του κύκνου την ψυχούλα
αυτή που η πριγκήπισα ζήτησε την αυγούλα.



«Εδώ ξεπλένοντ΄ οι ψυχές εδώ και ξεκουράζονται
πούχουν να κάνουν μάτια μου πριν το μακρύ ταξίδι
όσοι για τον Παράδεισο εδώ πάνω στοιβάζονται
ξεπλένουν τις φτερούγες τους, γίνονται πια μουσκίδι,
κι όταν στεγνώσουν ξεκινούν για το μεγάλο άθλο
πάν΄ απ΄ τ΄ αστέρια θα βρεθούν, εκεί σε κόσμο άλλο».



Εκεί λοιπόν ο σπουργιτής άρχισε να ρωτάει:
«Μην είδατε κύκνο λευκό, που να φεγγοβολάει»?
Κανένας πια δεν μίλαγε δεν έδιν΄ σημασία
αφού τα λόγια εκεί πια δεν έχουν μιαν αξία
και ψάχνοντας σε μια γωνιά έν΄ κύκνο διαβλέπει
πάει και στέκει δίπλα του, καλύτερα να βλέπει.



Το τρομαγμένο το πουλί ρωτά τον άσπρο κύκνο,
«μην είσαι της πριγκίπισσας της πολυαγαπημένης»?
«ποιος είσ΄ εσύ και τι ζητάς? ψυχή εξυγιάνω,
κι εγώ ΄μαι της πριγκίπισσας της πολυπαιδεμένης».
«Η προγκιπούλ΄ αρρώστησε κι άλλο δεν θα αντέξει,
πρέπει εσύ πίσω να πας και πριν αυγή να φέξει».



Γιατί η πριγκηπέσα σου η πολυαγαπημένη
μονάχη πλέον έμεινε και είναι πια θλιμμένη
κι άλλον στον κόσμο ετούτο ΄δω δεν έχει να μιλήσει,
ούτε φιλίες μείνανε, ούτε και ν΄αγαπήσει,
μόνη κι απαρηγόρητη έχει πνιγεί στο κλάμα,
μόνο αυτό της έμεινε μεσ΄το δικό της δράμα.



«Εγώ πια τώρα δεν μπορώ πίσω για να γυρίσω,
όμως την πριγκηπούλα μου πρέπει να συναντήσω,
για να της πω πόσο πολύ πάντα την αγαπούσα
κι όλο σε μέρη απάνεμα εγώ την οδηγούσα.
Πήγαινε ΄σύ σπουργίτι μου, και πέστης πως το βράδυ
από το παραθύρι της θα δει κάποιο σημάδι».



Φεύγει ευθύς ο σπουργιτής με το λευκό το γλάρο,
την πριγκηπέσα για να βρουν, τα νέα να της πούνε
κι όταν ταξίδι κάνανε πολύ μακρύ απ΄το χάρο,
αυτή την ανταμώσανε κι αρχίσαν να εξηγούνε,
πως τη λευκή του την ψυχή του κύκνου π΄αγαπούσε
στην κόκκινη τη θάλασσα τη βρήκαν κι εμιλούσε.



Και είπε και παρήγγειλε πως πριν το μεσονύχτι
να βγεις στο παραθύρι σου εκεί σαν τον ξενύχτη.
Η πριγκηπέσα ακούγοντας τα λόγια τα ωραία
πήγε και ετοιμάστηκε γοργά και φευγαλέα,
το βράδυ φόρεσε κι αυτή διαμάντια δαχτυλίδια
κι άναψε όλα τ΄ουρανού τα φώτα,  τα στολίδια.



Και μια σκιά εφάνηκε εκεί προς το φεγγάρι,
ήταν ο κύκνος ο άγγελος πούρθε για να την πάρει,
τότ΄η πριγκηπέσα του, του άπλωσε τα χέρια
κι αυτός την πήρε αγκαλιά, την έφτασε στ΄ αστέρια
κι ο γλάρος με το σπουργιτή μείναν να τους κοιτάζουν
βλέπουν αυτά που γίνονται, τον άγγελο θαυμάζουν.



Έτσι λοιπόν ο άγγελος την πήρε την καλή του
κι έκλεισ΄η πόρτα τ΄ουρανού μαζί με τη ζωή του
κι έτσι μαζί ξανά μαζί πήγαν στον άλλο τόπο
κ΄είναι μαζί αιώνια μετά από τόσο κόπο.
Έτσι νικήθηκ΄ ο θάνατος και όπου φύγει φύγει
και πλέον η αγάπη τους τις δυο ψυχές τους σμίγει.!
!